Η ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΑΣΟΠΟΝΙΑΣ
ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
III. Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΔΑΣΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΑΣΙΚΉΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ
5. Η προστασία της δασικής περιουσίας του δημοσίου.
Σχετικά με την προστασία της
δημόσιας δασικής περιουσίας, σημειώνονται τα
επόμενα:
Η ισχύουσα δασική νομοθεσία με τις
περίπλοκες, αποσπασματικές και πολλές φορές
αντιφατικές ρυθμίσεις στο καθεστώς που διέπει τα
δάση και τις δασικές εν γένει εκτάσεις και
ιδιαίτερα στο ιδιοκτησιακό, έχει οδηγήσει στη μη
ικανοποιητική προστασία του δασικού χώρου και
στη διαιώνιση των ιδιοκτησιακών εκκρεμοτήτων
επί μακρό χρονικό διάστημα.
Είναι γνωστές οι αμφισβητήσεις τόσο
επί του δασικού ή όχι χαρακτήρα των εκτάσεων, όσο
και επί του ιδιοκτησιακού καθεστώτος από το
οποίο αυτές διέπονται. Οι διαρκείς αυτές
αμφισβητήσεις με τις χρονοβόρες διαδικασίες που
αντιμετωπίζονται, οι ατέρμονες δίκες και οι
λοιπές διοικητικές ρυθμίσεις, που έχουν ως
αποτέλεσμα την υπέρμετρη απασχόληση υπηρεσιών
και δικαστηρίων και την πολυετή ταλαιπωρία των
πολιτών, επενεργούν ανασταλτικά στην
αναπτυξιακή προσπάθεια της χώρας και στην
αποτελεσματική προστασία των δασών και των
δασικών εν γένει εκτάσεων.
Στα δάση και στις δασικές εκτάσεις,
ισχύει το υπέρ του Δημοσίου μαχητό τεκμήριο
κυριότητας. Στην πράξη, το τεκμήριο λειτουργεί με
τη λογική, ότι όποια έκταση έχει δασική βλάστηση
ανήκει κατά τεκμήριο στο Δημόσιο, εκτός αν υπήρξε
διοικητική αναγνώριση (μέσω Συμβουλίου
Ιδιοκτησίας Δασών και απόφασης Υπουργού) ή
τελεσίδικη απόφαση δικαστηρίων σε αντιδικία με
το Δημόσιο.
Η επίλυση των ιδιοκτησιακών διαφορών
είτε με τη διοικητική αναγνώριση είτε με τη
δικαστική διαδικασία, είναι υπόθεση ιδιαίτερα
χρονοβόρα που σε πολλές περιπτώσεις διαρκεί και
πέραν της 15ετίας, με αποτέλεσμα οι υπηρεσίες και
τα δικαστήρια να βρίσκονται σε συνεχή και
ατέρμονη απασχόληση, όταν η τελική επίλυση της
αμφισβήτησης απαιτεί τόσο μεγάλο χρονικό
διάστημα. Οι μέχρι σήμερα νομοθετικές ρυθμίσεις
δεν οδήγησαν στην ουσιαστική αντιμετώπιση της
δημιουργηθείσας κατάστασης, καθόσον:
α) Ο ν. 248/1976 «Περί φύλλου καταγραφής,
Μητρώου ιδιοκτησίας και οροθεσίας των δασικών
εκτάσεων και προστασίας των Δημοσίων Δασικών
Εκτάσεων» (Α 6), δεν κατόρθωσε να οδηγήσει στην
κατάρτιση δασικού κτηματολογίου διότι δεν έχει
τα στοιχεία ενός ολοκληρωμένου κτηματογραφικού
συστήματος οποιασδήποτε μορφής, αλλά
περιορίζεται μόνο στη στατική απογραφή των
αξιούμενων εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί των
δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων, τα οποία
τελικά εμφανίζονται σε ένα κτηματικό χάρτη και
ένα κτηματολογικό πίνακα. Επί πλέον δεν
λαμβάνεται καμία μέριμνα για την ενημέρωση των
εν λόγω χαρτών, ούτε για την αποδεικτική ισχύ
τους, με αποτέλεσμα με την πάροδο του χρόνου να
καθίστανται αναξιόπιστες οι εγγραφές τους.
Θεσπίζονται επίσης, χρονοβόρες διαδικασίες για
την εκδίκαση των αντιρρήσεων και την εξέταση του
ιδιοκτησιακού καθεστώτος των δασών και δασικών
εν γένει εκτάσεων και παρότι αρμόδιο για την
εκδίκαση καθίσταται το πολυμελές πρωτοδικείο, εν
τούτοις με την έγερση αγωγής στα τακτικά
δικαστήρια παρέχεται το δικαίωμα στους
διαδίκους να επαναφέρουν στην αρχή το όλο ζήτημα.
Πέραν τούτων, ο ορισμός του δάσους και των
δασικών εν γένει εκτάσεων με τις διατάξεις του
νόμου αυτού δεν συμπίπτει με τον αντίστοιχο
ορισμό των διατάξεων του ν. 998/1979. Αυτές οι
αδυναμίες του ν. 248/1976 είχαν ως συνέπεια να μην
καταστεί δυνατή η κατάρτιση δασικού
κτηματολογίου και να προστεθούν νέα προβλήματα
με τις εμπλεκόμενες διαδικασίες και τις
αντιφάσεις της νομοθεσίας.
Με το ισχύον καθεστώς, ο όρος «δασικές
εν γένει εκτάσεις» καλύπτει ολόκληρο σχεδόν τον
ελλαδικό χώρο, πλην των γεωργικών εκτάσεων που
εξακολουθούν να βρίσκονται σε γεωργική χρήση,
και όσων άλλων περιγράφονται στην παράγραφο 6 του
άρθρου 3 ν. 998/79. Και ενώ αυτά ορίζονται με το άρθρο
3 αυτού του νόμου, έρχεται το άρθρο 80 του ίδιου
νόμου να διευκρινίσει τους ορισμούς του ν. 248/76
και θεωρεί ως δασικές εκτάσεις και όσες εξήρεσε
με το έρθρο 3.
β). Αλλά και ο ν. 998/1979 δεν αντιμετώπισε
το ιδιοκτησιακό θέμα των δασών και των δασικών εν
γένει εκτάσεων. Στις ελάχιστες περιπτώσεις
ρυθμίσεως τέτοιου είδους θεμάτων (π.χ.
ρητινευόμενα δάση, αναδασωθέντες αγροί, κ.λ.π.)
περιέλαβε διατάξεις περίπλοκες, χρονοβόρες και
δύσκαμπτες με αποτέλεσμα οι περισσότερες από
αυτές να μένουν αδρανείς. Πέραν Δε τούτου δεν
περιέλαβε διατάξεις μεταβατικής ισχύος για την
περαίωση ιδιοκτησιακών υποθέσεων που βρίσκονταν
σε εξέλιξη με τις προϊσχύουσες δασικές
διατάξεις.Ο ίδιος νόμος, ενώ έθετε ως προϋπόθεση
για την εφαρμογή των προστατευτικών διατάξεών
του τον καθορισμό του δασικού χώρου, εισάγοντας
τον καινοφανή όρο «Δασολόγιο», δεν προέβλεψε μία
σύντομη, εφικτή και πρακτικά εφαρμόσιμη
διαδικασία για την επίτευξη του παραπάνω σκοπού,
με αποτέλεσμα οι σχετικές διατάξεις του να
μείνουν ανενεργές για όλο αυτό το χρονικό
διάστημα.
Από το συνδυασμό των ισχυουσών
διατάξεων (δασική νομοθεσία, Σύνταγμα), ο δασικός
χώρος προσδιορίζεται :
- από τις εκτάσεις που σήμερα είναι δασικές και
- από εκείνες που ήταν δασικές στο παρελθόν και
καταστράφηκαν ή εκχερσώθηκαν παράνομα (άρθρο 117
παρ.3 του Συντάγματος).
Είναι συνεπώς ευνόητο, ότι ο
προσδιορισμός του δασικού χώρου απαιτεί μία
έρευνα στο παρελθόν για να διαπιστωθεί ποιες
εκτάσεις απώλεσαν τη δασική τους μορφή. Η
εμπειρία σχετικά με την εφαρμογή της παρ. 3 του
άρθρου 117 του Συντάγματος, οδηγεί στο συμπέρασμα
ότι αυτή η υποχρεωτική έρευνα, για να έχει
αποτέλεσμα, θα πρέπει να βασιστεί σε ένα υλικό
που θα απεικονίζει τη βλαστητική κατάσταση των
εκτάσεων στο παρελθόν. Απώτερο τέτοιο υλικό, που
καλύπτει όλο τον ελλαδικό χώρο, είναι η
αεροφωτογραφία του 1945. Ο συνδυασμός δύο
αεροφωτογραφιών, μιας παλαιάς (π.χ. 1945) και μιας
πρόσφατης (π.χ. 1990) φωτοερμηνευτικά μπορεί να
αποδώσει:
- Τις εκτάσεις που ήταν και παρέμειναν δασικές.
- Τις εκτάσεις που εκχερσώθηκαν στο χρονικό
διάστημα που μεσολάβησε και
- Τις εκτάσεις που αναδασώθηκαν στο διάστημα που
μεσολάβησε.
Εάν γίνουν γνωστές οι εκτάσεις που
εκχερσώθηκαν, είναι εύκολο να ελεγχθεί το νόμιμο
ή όχι της εκχέρσωσης, ώστε να αποκαλυφθούν οι
καταπατητές.
Λόγω των αναφερομένων αδυναμιών των
διατάξεων της δασικής νομοθεσίας και ειδικότερα
του ν. 248/1976 και δεδομένου ότι βρίσκεται σε
εξέλιξη η κατάρτιση του Εθνικού Κτηματολογίου
της χώρας, στο οποίο εντάσσονται και οι δασικές
εν γένει εκτάσεις, το Υπουργείο κατάρτισε σχέδιο
νόμου με το οποίο προτείνεται στην Εθνική
Αντιπροσωπεία η κατάργηση των διατάξεων του ν.
248/1976 και η θέσπιση ενός νέου συστήματος
ρυθμίσεων που οδηγεί στον καθορισμό του δασικού
χώρου κατά τρόπο ακριβή, αντικειμενικό και
οριστικό, διότι θεσπίζονται σύντομες
διαδικασίες κρίσης όσον αφορά την εξέταση του
χαρακτήρα των καταγραφομένων δασικών εκτάσεων
και την εξέταση του ιδιοκτησιακού τους
καθεστώτος, για την οποία αρμόδια καθίστανται τα
τακτικά δικαστήρια που δικάζουν με σύντομη
ειδική διαδικασία.
Mε τις διαδικασίες που καθιερώνονται,
θα αποκαλυφθούν όλες οι εκτάσεις που άλλαξαν
χρήση. Εφόσον αποκαλυφθούν οι εκχερσώσεις, είναι
εύκολο να ελεγχθεί ποιες από αυτές είναι νόμιμες
και ποιες παράνομες. Λαμβανομένου υπόψη, αφενός
ότι το μαχητό τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου
επί των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων
δεν είναι νοητό να επεκτείνεται και επί των αγρών
που απέκτησαν δασική βλάστηση λόγω εγκατάλειψης
της καλλιέργειάς τους, αφετέρου ότι υφίσταται η
εκ του άρθρου 117 παρ.3 του Συντάγματος υποχρέωση
για την αναζήτηση των δασών και δασικών εν γένει
εκτάσεων που κατεστράφησαν στο παρελθόν, με το
υπόψη νομοσχέδιο επιχειρείται, με βάση τις
διαθέσιμες αεροφωτογραφίες και την πραγματική
κατάσταση, ο προσδιορισμός του δασικού χώρου και
η αναγνώριση της ιδιαίτερης κατάστασης και
κατηγορίας κάθε δασικής έκτασης, ώστε να
καθίσταται δυνατή και να τίθεται υπό έλεγχο η
εφαρμογή των μέτρων και ενεργειών που απορρέουν
από τις διατάξεις του δασικού κώδικα.
|