Το Υπουργείο
Ιστορία
Φιλοσοφία-Στρατηγική Προοπτικές
Δομή & τα Πρόσωπα
Αγροτική Πολιτική
Το Δίκτυο
Παραγωγικοί Κλάδοι Πληροφορική Φυτική Παραγωγή Ζωική Παραγωγή Κτηνιατρική Έγγειες Βελτιώσεις-Γεωργικά Μηχανήματα Βιολογική Γεωργία Μεταποίηση-Τυποποίηση
Πληροφορική
Φυτική Παραγωγή
Ζωική Παραγωγή
Κτηνιατρική
Έγγειες Βελτιώσεις-Γεωργικά Μηχανήματα
Βιολογική Γεωργία
Μεταποίηση-Τυποποίηση
Νέα Δελτία Τύπου Πρόβλεψη Καιρού Προειδοποιήσεις Εντολές Πληρωμής Τιμές Αποζημιώσεις (ΕΛΓΑ) Διαγωνισμοί-Προκηρύξεις Εκδηλώσεις Αποφάσεις
Δελτία Τύπου
Πρόβλεψη Καιρού
Προειδοποιήσεις
Εντολές Πληρωμής
Τιμές
Αποζημιώσεις (ΕΛΓΑ)
Διαγωνισμοί-Προκηρύξεις
Εκδηλώσεις
Αποφάσεις
4η Προγραμματική περίοδος για την Αγροτική Ανάπτυξη 2007-2013
Τελευταίες Ενημερώσεις
Επικοινωνία Κατάλογος Διευθύνσεων Τηλεφωνικός Κατάλογος info@minagric.gr
Κατάλογος Διευθύνσεων
info@minagric.gr
ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
V. ΛΟΙΠΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ
8.- Το δάσος ρυθμιστής και απορρυπαντής της ατμόσφαιρας. Τα περιαστικά Δάση
Είναι πολύ σημαντικός ο ρόλος των δασών στο φιλτράρισμα της ατμόσφαιρας των μεγαλουπόλεων από τους ρυπαντές, στην προσθήκη οξυγόνου και στη μείωση των επιβλαβών για την υγεία των ανθρώπων ήχων. Υπολογίζεται ότι ένα εκτάριο δάσος μέσης παραγωγικότητας αποδίδει στην ατμόσφαιρα γύρω στα 2.500 χιλιόγραμμα οξυγόνου. Η ποσότητα αυτή επαρκεί για την ανανέωση του οξυγόνου το οποίο καταναλώνεται από 10 άτομα.
Το δάσος παρεμβαλλόμενο στην διαχωριστική ζώνη μεταξύ βιομηχανικών και κατοικήσιμων περιοχών συμβάλλει τόσο στη μείωση του θορύβου, όσο και στη μείωση της συγκέντρωσης των δηλητηριωδών αερίων υπεράνω των οικισμών. Αυτό συμβαίνει γιατί το δάσος με την φυλλώδη επιφάνεια του, δρα σαν μέσο απορρόφησης των ήχων και προκαλεί ισχυρότερο στροβιλισμό των αερίων ρευμάτων, με αποτέλεσμα την μείωση της συγκέντρωσης των καυσαερίων. Πολύ μεγαλύτερη όμως και σημαντικότερη είναι η επίδραση του δάσους στην περιεκτικότητα του αέρα σε αιωρούμενα στερεά σωματίδια (σκόνη) γιατί μπορεί να συγκρατήσει σκόνη πολλαπλάσια του βάρους του φυλλώματός του. Η συγκράτηση αυτή υπολογίζεται σε 48 τόννους σκόνης ανά εκτάριο δάσους.
Μέχρι το τέλος του περασμένου αιώνα, ο περιβάλλων χώρος των αστικών κέντρων, των κωμοπόλεων και των χωριών της Ελλάδας ήταν γυμνός και άδενδρος. Γυμνοί ήταν και οι λόφοι της Αθήνας. Η πρώτη προσπάθεια για την αναδάσωση των λόφων της Πρωτεύουσας γίνεται στα 1877. Ο Βαλσαμάκης, από τους πρώτους Έλληνες Δασολόγους, εγκατέστησε για το σκοπό αυτό στα 1877 το πρώτο δασικό φυτώριο στην κοίτη του Ιλισού, κοντά στο Ζάππειο, και άρχισε την αναδάσωση του Λόφου του Αρδηττού, γύρω από το Στάδιο, με χαλέπιο πεύκη.Το εγχείρημα πέτυχε και ακολούθησε ο Λόφος του Λυκαβηττού από τη βόρεια πλευρά, στη θέση που σήμερα έχει το όνομα «Πευκάκια» εξ αιτίας αυτής της πρώτης αναδάσωσης. Ακολούθησαν ο Λόφος του Φιλοπάππου, το Άλσος του Παγκρατίου , το Δαφνί και άλλες περιοχές. Η κυριότερη δυσκολία που συνάντησαν σε αυτή τους την προσπάθεια ήταν οι αξιώσεις κυριότητας που προέβαλαν διάφοροι ιδιώτες για τις εκτάσεις αυτές. (Ο Λόφος της Πνύκας είχε πουληθεί στον Αυστριακό Πρόξενο Προκές Οστέν). Ο δασολόγος Σάμιος για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα αυτό προσπάθησε να καταστήσει κοινωνό και συμπαραστάτη της προσπαθείας του την κοινή γνώμη, πρωτοστατώντας στην ίδρυση, στα 1900, της Φιλοδασικής Ένωσης Αθηνών, της οποίας την επίτιμη προεδρία προσέφερε στην πριγκίπισσα Σοφία.
Στις αρχές του αιώνα ενεργοποιήθηκε ο θεσμός των αναδασωτέων εκτάσεων κατ’ αρχήν στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας και ακολούθως σε άλλα αστικά κέντρα και ιστορικούς τόπους ώστε να δεσμευτούν οι αναγκαίες εκτάσεις για αυτό το σκοπό.Ολόκληρη σχεδόν η περιοχή μεταξύ Ιλισού και Υμηττού είχε κηρυχθεί αναδασωτέα και είχε αναδασωθεί μέχρι το 1920. Η μεταξύ Πύργου Βασιλίσσης και Φιλαδέλφειας περιοχή, 3.000 στρεμμάτων, είχε κηρυχθεί αναδασωτέα για να αποτελέσει το μέγα άλσος της πρωτεύουσας. Τα γεγονότα της Μικρασιατικής καταστροφής και η έλευση των προσφύγων, ανέτρεψαν αυτά τα σχέδια της δασικής Υπηρεσίας και στις αναδασωτέες εκτάσεις ιδρύθηκαν οι προσφυγικοί οικισμοί Καισαριανής, Βύρωνα, Ν. Ελβετίας, Ν. Φιλαδέλφειας, Ν. Χαλκηδόνας κλπ. Υπολείμματα αυτού του μεγάλου πάρκου, στα βόρεια της Αθήνας, είναι το άλσος του Πύργου της Βασιλίσσης και το άλσος της Φιλαδέλφειας. Η επακολουθήσασα άναρχη αδηφάγος οικιστική επέκταση της Αθήνας αποδεκάτισε τα άλση της, τα περιτύλιξε και τα μετέτρεψε σε αστικά κέντρα.
Στις αρχές του αιώνα μας ο δασολόγος Π. Κοντός (Καθηγητής της δασολογικής Σχολής, Ακαδημαϊκός και Γενικός Διευθυντής της Δασικής Υπηρεσίας μέχρι το 1940) εισήγαγε την ιδέα των προστατευτικών δασών, σε περιοχές υπερκείμενες ή παρακείμενες των αστικών κέντρων και χωριών, για την προστασία των εδαφών από τη διάβρωση, την αποτροπή κατολισθήσεων και την προστασία των κατοικημένων περιοχών από τις
πλημμύρες. Η ιδέα αυτή θεσμοθετήθηκε στο Δασικό Κώδικα του 1929 και παραμένει σε ισχύ μέχρι σήμερα στα άρθρα 69, 70, 71 και 72 του σημερινού Δασικού Κώδικα. Η εφαρμογή αυτών των διατάξεων άρχισε στη 10ετία του 1930, και έδωσε σημαντικά αποτελέσματα. Γυμνές μέχρι και βαθμού ερημοποίησης περιοχές, γύρω από κατοικημένες περιοχές πρασίνισαν, υποβαθμισμένα φυσικά δάση αναβαθμίστηκαν ή εγκαταστάθηκαν νέα τεχνικά δάση (δάση Καβάλας, Θεσσαλονίκης, Ιωαννίνων, Καλαβρύτων, Αλμυρού, Πολυγύρου κλπ). Το μέτρο επεκτάθηκε και σε γειτονικές κατοικημένων περιοχών εκτάσεις, χωρίς να σχετίζεται πάντα με προστατευτική λειτουργία. Σήμερα τα δάση αυτά αποτελούν το φυσικό διάκοσμο πολλών πόλεων και χωριών μας, απέκτησαν αισθητική και οικολογική αξία. Ορισμένα κηρύχθηκαν ως «αισθητικά δάση» (Καβάλα, Καλάβρυτα, Φάρσαλα, Αλμυρός, Μύτικας, Ξυλόκαστρο) ή υπάρχουν αιτήματα να κηρυχθούν ως αισθητικά (Πολύγυρος, Θες/νίκη) ή ακόμα εντάχθηκαν σε περιοχές του δικτύου NATURA και αποτελούν σημαντικές περιοχές για τα πουλιά (Αλμυρός, Καλάβρυτα). Ακόμα σημαντικότερη είναι σήμερα η αναψυχική τους λειτουργία, ιδιαίτερα εκείνων που αναπτύχθηκαν κοντά στα αστικά κέντρα, τα αποκαλούμενα «περιαστικά δάση» χωρίς ο όρος αυτός να έχει μέχρι σήμερα νομικό περιεχόμενο. Τα περισσότερα από τα περιαστικά δάση είναι κατά μέσον όρο ηλικίας 60 ετών και συντίθεται από θερμόβια κωνοφόρα (κατά κανόνα τραχεία ή χαλέπιο πεύκη και κυπαρίσσι). Τα είδη αυτά θεωρήθηκαν καταλληλότερα ως σχετικά ταχυαυξή και καλύτερα ανταποκρινόμενα στην υδρονομική (προστατευτική) και αισθητική (ως αειθαλή) λειτουργία, την εποχή που φυτεύτηκαν. Θωρήθηκαν επίσης από οικολογική άποψη καταλληλότερα, δεδομένου ότι τα εδάφη στα οποία εγκαταστάθηκαν ήταν επικλινή, αβαθή, βραχώδη, σκελετικά, αποπλυμένα και από την άποψη αυτή ήταν ευκολότερο να εγκατασταθούν και να εξελιχθούν. Ωστόσο υπάρχουν, έστω και μικροθέσεις κοιλώματα, υγρές θέσεις, παραρεμάτιες επιφάνειες, κάτω μέρος κλιτύων με βαθύτερα και γονιμότερα εδάφη όπου θα μπορούσε ίσως να εγκατασταθεί και ένα ποσοστό πλατύφυλλων ειδών, που θα έδινε μεγαλύτερη ποικιλία, αισθητική και οικολογική αξία. Αντίθετα τα φυσικά περιαστικά δάση, που κατά κανόνα προήλθαν από αναβάθμιση της φυσικής βλάστησης (Καλάβρυτα, Πολύγυρος, Αλμυρός), είναι πλουσιότερα σε σύνθεση ειδών, αισθητικότερα, υγιέστερα, ανθεκτικότερα στις ασθένειες, τα έντομα και τις πυρκαγιές και εκπληρώνουν καλύτερα τον προστατευτικό τους ρόλο, ακόμα και με τη μορφή θαμνώνων. Το ποσοστό που καλύπτουν τα φυσικά περιαστικά δάση είναι μικρό.Σε ειδικές περιπτώσεις υπάρχουν μικρά φυσικά αλσύλλια με αιωνόβια και εντυπωσιακά δένδρα, συχνά γύρω από παλαιές εκκλησίες ή συδενδρίες σπανίων ειδών δένδρων, που κινδυνεύουν από την εντατική αναψυχή και απαιτούν ειδική μεταχείριση, ίσως και ειδικό τρόπο διαχείρισης ( π.χ. ο δασοβοτανικός κήπος της Αυστριακής αποστολής στη Βυτίνα, συντίθεται από διάφορα ξενικά είδη φυτεμένα το 1910 με σκοπό να δοκιμαστούν τα είδη αυτά στην Ελλάδα. Σήμερα χρησιμοποιείται για την αναψυχή, ενώ άλλος είναι ο προορισμός του).
Από ιδιοκτησιακή κατάσταση τα περιαστικά δάση εμφανίζονται συνήθως αμιγή, και έχουν την εξής σύνθεση από άποψη ιδιοκτησίας:
Α/Α
Μορφή ιδιοκτησίας
Έκταση σε στρέμματα
αριθμός
%
1.-
2.-
3.-
4.-
5.-
Δημόσια
Δημοτικά
Μοναστηριακά
Ιδιωτικά
Διακατεχόμενα
103.347
23.174
350
5.322
18.000
68.80
15.43
0.23
3.54
12.00
ΣΥΝΟΛΟ
150.193
100.00
Από άποψη τρόπου δημιουργίας τα περιαστικά δάση διακρίνονται:
Τρόπος δημιουργίας
Αριθμός
1.- Τεχνητά περιαστικά δάση
73 ή 67%
96.002 ή 64%
109 100%
150.193 100%
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τα περιαστικά δάση είναι οι πυρκαγιές. Ο κίνδυνος αυτός αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου, καθώς συσσωρεύεται όλο και περισσότερη καύσιμη ύλη και είναι μεγαλύτερος συγκριτικά με άλλα δάση καθώς τα περισσότερα περιαστικά δάση βρίσκονται στη χαμηλή ζώνη των αειφύλλων πλατύφυλλων, δηλαδή στη ζώνη με τη μεγαλύτερη επικινδυνότητα, δέχονται μεγάλο αριθμό επισκεπτών και οχημάτων και κυρίως συγκροτούνται από εύφλεκτα θερμόβια κωνοφόρα.Κίνδυνο και μάλιστα όχι αμελητέο διατρέχουν τα περιαστικά δάση και από τις αυθαίρετες οικιστικές επεκτάσεις.Τα προβλήματα αυτά εμφανίζονται εντονότερα όπου υπάρχουν αμφισβητήσεις στην ιδιοκτησία, όπου η συνέχειά τους διακόπτεται από μη δασικού χαρακτήρα εκτάσεις, όπου περιβάλλουν τον οικιστικό ιστό και δεν υπάρχει δυνατότητα επέκτασής του σε άλλου είδους εκτάσεις και όπου υπάρχει έλλειψη καταλλήλων εκτάσεων για κοινές ή ειδικές χρήσεις στον οικιστικό ιστό. Δεν λείπουν ωστόσο και τα προβλήματα της παράνομης βοσκής, ιδιαίτερα σε μικρούς οικισμούς και της θήρας που δεν συμβιβάζεται σε δάση με τέτοια χρήση.
Στο πλαίσιο της υποβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος και της βελτίωσης της ποιότητας ζωής του αστικού πληθυσμού η Δασική Υπηρεσία προωθεί πανελλαδικό πρόγραμμα προστασίας και ημιαστικών κέντρων της χώρας. Το πρόγραμμα αφορά κυρίως τα αστικά και ορισμένα ημιαστικά κέντρα της χώρας (100 περίπου πόλεις και πολεοδομικά συγκροτήματα, με πληθυσμό πάνω από 5.000 κατοίκους και κατά δεύτερο λόγο, ημιαστικά κέντρα (κωμοπόλεις) που στερούνται παντελώς περιαστικού πράσινου. Επισυνάπτεται σχετικός πίνακας των εν λόγω περιοχών.