Το Υπουργείο
Ιστορία
Φιλοσοφία-Στρατηγική Προοπτικές
Δομή & τα Πρόσωπα
Αγροτική Πολιτική
Το Δίκτυο
Παραγωγικοί Κλάδοι Πληροφορική Φυτική Παραγωγή Ζωική Παραγωγή Κτηνιατρική Αλιεία Δασοκομία - Δασοπονία Έγγειες Βελτιώσεις-Γεωργικά Μηχανήματα Βιολογική Γεωργία Μεταποίηση-Τυποποίηση
Πληροφορική
Φυτική Παραγωγή
Ζωική Παραγωγή
Κτηνιατρική
Αλιεία
Δασοκομία - Δασοπονία
Έγγειες Βελτιώσεις-Γεωργικά Μηχανήματα
Βιολογική Γεωργία
Μεταποίηση-Τυποποίηση
Βιβλιοθήκη Πληροφοριών Νομοπαρασκευαστικό Έργο Στατιστικές
Νομοπαρασκευαστικό Έργο
Στατιστικές
Νέα Δελτία Τύπου Πρόβλεψη Καιρού Προειδοποιήσεις Εντολές Πληρωμής Τιμές Αποζημιώσεις (ΕΛΓΑ) Διαγωνισμοί-Προκηρύξεις Εκδηλώσεις Αποφάσεις
Δελτία Τύπου
Πρόβλεψη Καιρού
Προειδοποιήσεις
Εντολές Πληρωμής
Τιμές
Αποζημιώσεις (ΕΛΓΑ)
Διαγωνισμοί-Προκηρύξεις
Εκδηλώσεις
Αποφάσεις
Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης Αγροτική Ανάπτυξη - Ανασυγκρότηση της Υπαίθρου Αλιεία Κοινωνία της Πληροφορίας
Αγροτική Ανάπτυξη - Ανασυγκρότηση της Υπαίθρου
Κοινωνία της Πληροφορίας
4η Προγραμματική περίοδος για την Αγροτική Ανάπτυξη 2007-2013
Τελευταίες Ενημερώσεις
Επικοινωνία Κατάλογος Διευθύνσεων Τηλεφωνικός Κατάλογος info@minagric.gr
Κατάλογος Διευθύνσεων
info@minagric.gr
Χάρτης Πλοήγησης
ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
VIΙ. ΤΟ ΔΑΣΟΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ
Αμέσως μετά την απελευθέρωση και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους, δημιουργήθηκε το Υπουργείο Οικονομικών (1833), στο οποίο προσδιορίστηκε ως αρμοδιότητα "η εκ των Εθνικών δασών ωφέλεια, η υπεράσπισις αυτών εναντίων των ενδεχομένων παρανομιών και η απελευθέρωσις των από επιβλαβείς δουλείες". Τόσο η διατύπωση της αρμοδιότητας, όσο και το ίδιο το γεγονός της υπαγωγής των δασών στο Υπουργείο Οικονομικών, μαρτυρούν ότι ο νομοθέτης της εποχής εκείνης θεωρούσε ότι η μοναδική και αποκλειστική εκ των δασών ωφέλεια είναι το ποσό που θα εισρέει στο δημόσιο ταμείο από την εκμετάλλευση αυτού του πόρου.
Τρία έτη αργότερα ήτοι το 1836, ιδρύεται η δασική Υπηρεσία με Διάταγμα "περί διοργανισμού των Δασονομείων" και οι Διευθυντικές θέσεις καλύπτονται από Βαυαρούς ενώ οι λοιπές θέσεις από ΄Έλληνες πολίτες διαφόρων ειδικοτήτων. Την ίδια περίοδο εκδηλώνονται τα πρώτα δασοδιοικητικά μέτρα που συνίστανται στην απαγόρευση της ρητίνευσης των Εθνικών δασών, στη ρύθμιση της βοσκής εντός των δασών και σε μια προσπάθεια απογραφής της δημόσιας δασικής ιδιοκτησίας, που βέβαια δεν απέδωσαν τίποτα το θετικό.
Το 1843 γίνεται η πρώτη αναδιοργάνωση των δασικών υπηρεσιών με το διάταγμα "Περί σχηματισμού και διαιρέσεως των Δασονομείων του Κράτους", με το οποίο μειώνεται ο αριθμός των δασικών υπαλλήλων και ορίζεται ότι οι Δασονόμοι θα προέρχονται από απόστρατους αξιωματικούς του στρατού, ενώ λίγους μήνες αργότερα απολύονται όλοι οι Βαυαροί. Η δεύτερη αναδιοργάνωση των δασικών υπηρεσιών γίνεται με το ν.ΧΙΓ/1877 και είναι καταλυτική για την εθνική δασοπονία. Οι δασικές υπηρεσίες διαλύονται και τα δάση ανατίθενται για μεν τη φύλαξη, την προστασία και την δίωξη των παραβατών στη χωροφυλακή, ενώ για τη διαχείριση, δηλαδή των έκδοση αδειών υλοτομίας και τη βεβαίωση των δικαιωμάτων του δημοσίου, στους οικονομικούς εφόρους. Την πολιτική που εφαρμόστηκε και τα δασοπολιτικά μέτρα που πάρθηκαν στην περίοδο που ακολούθησε, μπορεί εύκολα να τα μαντεύσει κανείς από τη φράση του Υπουργού Οικονομικών Δ. Χρηστίδη "χρήματα θέλω και όχι δάση". Φτάνουμε έτσι στα 1893 που με το νόμο ΒΡΞΒ επιχειρείται νέα αναδιοργάνωση των δασικών υπηρεσιών. Με την αναδιοργάνωση αυτή δημιουργείται για πρώτη φορά κεντρική υπηρεσία (τμήμα δασών στο Υπ. Οικονομικών)) και προβλέπεται δημιουργία ειδικού δασικού σώματος με 20 δασάρχες και 350 δασοφύλακες εκ των οποίων οι 50 περίπου θα ήταν αρχιφύλακες. Ενδιαφέρον στοιχείο αυτού του νομοθετήματος, είναι η πρόβλεψη της χρησιμοποίησης δασολόγων στις θέσεις δασαρχών και όταν δεν υπήρχαν δασολόγοι θα χρησιμοποιούντο αξιωματικοί της χωροφυλακής. Φτάνουμε έτσι στα 1917 που ιδρύεται το Υπ. Γεωργίας με διεύθυνση δασών και 3 τμήματα και στα 1919 που με το ν.1687 θεσπίζονται θέσεις 20 επιθεωρητών δασών, 100 δασαρχών, 50 δασονόμων και 1.000 δασοφυλάκων, ενώ δύο έτη αργότερα η δασική υπηρεσία με το ν.2637/1921 απαλλάσσεται οριστικά από τη χωροφυλακή και τους εφόρους. Δεν είναι εξακριβωμένο αν οι θέσεις αυτές πληρώθηκαν ή παρέμειναν (και πόσες) κενές.
Ουσιαστική οργάνωση έτυχαν οι δασικές υπηρεσίες το 1924, με το ν.3077/24, γνωστό ως πρώτο δασικό κώδικα. Σύμφωνα με το νόμο αυτό, η χώρα υπάγονταν σε 14 περιφερειακές δασικές επιθεωρήσεις που απαρτίζονταν από 55 δασαρχεία και 65 δασονομεία. Αυτή η διάρθρωση παρέμεινε και μετά την ισχύ του βασικού νόμου, που περιέλαβε όλα τα δασικά αντικείμενα, του γνωστού κώδικα 4173/29, κατ΄εφαρμογήν του οποίου εκδόθηκε το από 6.9.1931 Π.Δ. "Περί Δασικής Διοικήσεως" που αποτελεί σταθμό στην εξέλιξη του διοικητικού συστήματος των δασικών υπηρεσιών. Με το διάταγμα αυτό συστήνονται 13 δασικές επιθεωρήσεις, 15 δασαρχεία Α΄τάξης, 27 δασαρχεία Β΄τάξης, 45 δασαρχεία Γ΄τάξης και 36 δασονομεία και προσδιορίζεται η έδρα, η περιφέρεια, η στελέχωση, τα καθήκοντα και η υπηρεσιακή ιεραρχία όλου του δασικού προσωπικού. Παράλληλα, με το ίδιο διάταγμα επιβάλλεται η τήρηση από τις δασικές υπηρεσίες πολλών βιβλίων, μεταξύ των οποίων και τα βιβλία ιστορικού ιδιοκτησίας του κάθε δάσους, εσόδων και εξόδων, υλοτομιών, δασικών ανομημάτων, παραχωρήσεων, εκχερσώσεων, στατιστικής πυρκαγιών απαγορευτικών διατάξεων κλπ.
Με το Β.Δ της 7.7.1936, δημιουργείται σε κάθε δασαρχείο που ασχολείται με έργα δασικής διευθέτησης χειμάρρων, ένα "τεχνικό γραφείο" επιφορτισμένο με τη μελέτη και εκτέλεση αυτών των έργων. Τον ίδιο χρόνο για το χώρο της Μακεδονίας, ιδρύεται με τον Α.Ν.204/1936, το Ειδικό Ταμείο Υδραυλικών ΄Έργων Μακεδονίας (ΕΤΥΕΜ) με μορφή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, στη διάρθρωση του οποίου προβλέπεται διεύθυνση αναδασώσεων με αρμοδιότητα την εκτέλεση των τεχνικών, φυτοκομικών και αναδασωτικών έργων για τη διευθέτηση "της ορεινής κοίτης των χειμάρρων και την αποκατάσταση του ορεινού εδάφους", η οποία μεταφέρεται και στην ΥΠΕΜ που με το Ν.Δ.588/1941 αντικατέστησε το ΕΤΥΕΜ.
Αργότερα, το 1946, εκδίδεται το Ν.Δ.55/1946, με το οποίο δημιουργείται στο Υπ.Γεωργίας γενική δ/νση δασών και θεσπίζεται ο βαθμός του γενικού διευθυντή, που καταργήθηκε το 1956 (άρθρο 1 Ν.Δ.3571) για να επανασυσταθεί αργότερα. Σε εφαρμογή αυτού του νόμου εκδόθηκε το από 17.9.1946 Β.Δ., με το οποίο η γενική δ/νση δασών διαρθρώνεται σε δύο διευθύνσεις με 9 τμήματα και 2 γραφεία και ιδρύεται το Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών.
Με το Β.Δ.6.2.1955 προστίθενται στη γενική διεύθυνση τρεις ακόμη υπηρεσιακές μονάδες, οι επιθεωρήσεις: κρατικής εκμετάλλευσης δασών, δασικών τεχνικών έργων και αναδασώσεων και φθάνουμε στα 1959, που με το Β.Δ.13-9/2.11.1959, ιδρύονται οι υπηρεσίες δασοτεχνικών έργων ως διάδοχοι της διαλυθείσας ΥΠΕΜ. Το σχήμα αυτό διατηρείται μέχρι το 1961, που δημοσιεύεται, με το Β.Δ.4/1961, ως νέο οργανωτικό σχήμα των δασικών υπηρεσιών του Υπ.Γεωργίας, σύμφωνα με το οποίο, η γενική δ/νση δασών απαρτίζεται από 5 διευθύνσεις, την υπηρεσία γενικής επιθεώρησης δασών και την υπηρεσία δασικής εκπαίδευσης και εφαρμογών, ενώ οι εξωτερικές δασικές υπηρεσίες έχουν 16 επιθεωρήσεις δασών, 9 επιθεωρήσεις δασοτεχνικών έργων, 77 δασαρχεία και 40 δασονομεία. Οι Υπηρεσίες αυτές στελεχώνονταν από 276 δασολόγους, 470 δασοκόμους και 280 Δασοφύλακες.
Με την αύξηση του δασικού προσωπικού κατά το 1964 (δασολόγοι κατά 60, δασοκόμοι κατά 120 και δασοφύλακες κατά 250) ωριμάζουν οι συνθήκες για ένα νέο οργανωτικό σχήμα. Αυτό επιχειρείται με το Β.Δ.810/1966, με το οποίο καταργούνται οι δασικές επιθεωρήσεις (αλλά παραμένουν οι επιθεωρητές) και ιδρύονται 13 περιφερειακές διευθύνσεις δασών, καταργούνται τα 40 δασονομεία, ενώ ο συνολικός αριθμός των δασαρχείων ανέρχεται σε 180 και καταργούνται οι υπηρεσίες δασοτεχνικών έργων. Το σχήμα αυτό διατηρείται μέχρι του έτους 1970, οπότε επιχειρείται νέα αναδιοργάνωση των περιφερειακών υπηρεσιών του Υπουργείου Γεωργίας με την Λ7/4.11.1970 απόφαση, σύμφωνα με την οποία δημιουργούνται επτά επιθεωρήσεις δασών ως υπηρεσίες διανομαρχιακού επιπέδου, υπαγόμενες στους περιφερειακούς διοικητές που έφεραν τον τίτλο υφυπουργού, 23 διευθύνσεις δασών νομαρχιακού επιπέδου μετά δασαρχείων, 7 δ/νσεις δασών χωρίς δασαρχεία, 22 νομοδασαρχεία, 54 δασαρχεία και 238 δασονομεία υπαγόμενα στις νομαρχιακές δασικές υπηρεσίες. Λίγο αργότερα οι νομαρχιακές υπηρεσίες του Υπουργείου Γεωργίας υφίστανται, με την ατυχέστατη Λ9 απόφαση, κοινή οργάνωση, με τη δημιουργία μιας υπηρεσίας Γεωργίας κατά νομό, κάτω από την οποία εντάσσονται οι υπηρεσίες δασών, γεωργίας και κτηνιατρικής. Με αυτό το σχήμα βρίσκει τις δασικές υπηρεσίες η μεταπολίτευση αλλά αμέσως μετά καταργείται η Λ9 και το 1977 εκδίδεται το Π.Δ.433/1977 με το οποίο επιχειρείται νέα οργάνωση των Δασικών Υπηρεσιών σύμφωνα με την οποία:
Οι διανομαρχιακού επιπέδου υπηρεσίες παραμένουν οι ίδιες, μόνο που δύο (Θες/κης και Λάρισας) αναβαθμίζονται σε υπηρεσίες (με προϊστάμενο αναπλ. γενικό δ/ντή).
Τα Ιδρύματα ερευνών (Αθήνας, Θεσ/κης) και οι κεντρικές αποθήκες υλικού και σπόρων ονομάζονται γενικές περιφερειακές υπηρεσίες, ενώ στις νομαρχιακές υπηρεσίες περιορίζονται οι δ/νσεις δασών με δασαρχεία σε 31 και τα Δασαρχεία σε 79 και αυξάνεται ο αριθμός των δ/νσεων χωρίς Δασαρχεία σε 24. Στις δ/νσεις αναδασώσεων προστίθεται της Ροδόπης και καταργούνται οι δασοτεχνικές εποπτείες ενώ τα κέντρα δασικής επαγγελματικής εκπαίδευσης (ΚΕΔΑΕ) ορίζονται σε 6.
Με το νέο αυτό οργανισμό οι θέσεις του δασικού προσωπικού συνολικά ανήλθαν σε 2.380 (δασολόγοι 748, τεχνολόγοι δασοπονίας 966 και δασοφύλακες 666) με μια θέση γενική διευθυντή και 4 θέσεις αναπλ. γενικών διευθυντών που το 1982 με τον 1262 καταργήθηκαν.
Οι διατάξεις αυτού του Π.Δ. σε ότι αφορά την οργανωτική διάρθρωση των νομαρχιακού επιπέδου δασικών υπηρεσιών, ισχύει και σήμερα με τη διαφορά ότι μετά την ισχύ του ν. 2503/1997, υπαχθήκανε στις Περιφέρειες, που διοικητικά υπάγονται στο Υπουργείο εσωτερικών, δημόσιας διοίκησης και αποκέντρωσης. Σε επίπεδο όμως κεντρικής υπηρεσίας και μετά την κατάργηση της γενικής διεύθυνσης συστήθηκε και λειτούργησε ειδική γραμματεία δασών, ενώ οι διευθύνσεις με το Π.Δ. 402/1988 περιορίστηκαν σε 4. Τέλος το 1991, με το Π.Δ.46, επανασυστήθηκε η γενική δ/νση με 7 δ/νσεις και 34 τμήματα, τον ίδιο χρόνο με το Π.Δ. 352 συστήθηκε η γενική γραμματεία δασών και φυσικού περιβάλλοντος στην οποία υπήχθη η γενική διεύθυνση δασών με 6 πλέον διευθύνσεις και το 1993 δημοσιεύτηκε το Π.Δ. 242 που φιλοδόξησε να κάνει «Δασικό Σώμα», αλλά στην ουσία δεν έκανε τίποτα περισσότερο από το να κατατάξει όλο το υλωρικό προσωπικό σε δύο κατηγορίες εκείνες των δασοφυλάκων Α και Β.
Εξετάζοντας τα διάφορα οργανωτικά σχήματα της τελευταίας 30ετίας, μπορούμε να οδηγηθούμε στη γενική διαπίστωση ότι κανένα από αυτά δεν αποτέλεσε προϊόν σοβαρής μελέτης της διοικητικής οργάνωσης των δασικών υπηρεσιών. Ο καθορισμός του επιπέδου και του αριθμού των διαφόρων υπηρεσιακών μονάδων φαίνεται ότι κάθε φορά υπαγορεύονταν από τις προσωπικές εκτιμήσεις των εισηγητών του οργανισμού, που οπωσδήποτε δεν ήταν ανεπηρέαστες από τις μισθολογικές και βαθμολογικές επιδιώξεις των υπαλλήλων. Μόνο με αυτή τη παραδοχή μπορούν να εξηγηθούν οι διάφορες απαλείψεις και επαναφορές των ιδίων υπηρεσιακών μονάδων και η αριθμητική αυξομείωση τους στα διάφορα οργανωτικά σχήματα, όπως π.χ. η σύσταση το 1959, η κατάργηση το 1966, η επαναφορά το 1977 και η εκ νέου κατάργηση το 1981 των δασοτεχνικών εποπτειών ή ο καθορισμός των δασαρχείων σε 77 το 1961, σε 180 το 1966, σε 54 το 1970 σε 85 το 1977, σε 80 το 1981, για να περιοριστούμε μόνο σ΄αυτά τα χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Κρίνοντας τα διάφορα οργανωτικά σχήματα από το έργο που απέδωσαν μπορούμε να οδηγηθούμε στα συμπεράσματα ότι:
Το πράγματι σημαντικό έργο που πρόσφερε στο τόπο η ΥΠΕΜ, πιθανό να οφείλεται στις λειτουργικές διευκολύνσεις που κληρονόμησε αυτή η υπηρεσία από το ΕΤΥΕΜ, που ήταν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αλλά και στο γεγονός, ότι η υπηρεσία αυτή είχε διαφόρων ειδικοτήτων τεχνικούς επιστήμονες, που η συνεργασία τους εξασφάλιζε άρτιες μελέτες συνολικές αντιμετώπισης του κάθε προβλήματος (π.χ. συνολική μελέτη αρδευτικού έργου και καταπολέμησης της πρόσχωσής τους με υδρονομικά έργα στην ορεινή λεκάνη) και άψογη κατασκευή των έργων. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι όταν η υπηρεσία αυτή διασπάστηκε δεν μπόρεσαν οι διάδοχοί της να συνεχίσουν την ίδια προσφορά έργου και αφού μετατράπηκαν σε υπηρεσίες πολυτελείας αυτοδιαλύθηκαν. Από τα μεταγενέστερα σχήματα οι 7 δ/νσεις δασών χωρίς δασαρχεία της Λ7 απόφασης, είναι βέβαιο ότι είναι οι υπηρεσίες που είχαν την καλύτερη παραγωγικότητα, πιθανόν γιατί έναντι των δ/νσεων δασών με δασαρχεία, πλεονεκτούσαν στην εξοικονόμηση προσωπικού και μέσων, στο συνολικό κατά νομό προγραμματισμό των δασικών έργων και στην ανετότερη επιλογή προτεραιοτήτων. Κρίνοντας τέλος τα διάφορα διοικητικά σχήματα από άποψη αποτελεσματικότητας των δασοδιοικητικών δραστηριοτήτων, μπορούμε να πούμε ότι η αντικατάσταση των επιθεωρήσεων του Π.Δ.4/1961 από τις περιφερειακές διευθύνσεις και μεταγενέστερα από τις διανομαρχιακές επιθεωρήσεις δασών και η ουσιώδης τροποποίηση του ρόλου τους, έκανε τη δασική διοίκηση χαλαρότερη, άφησε ανέλεγκτες, ακαθοδήγητες και αβοήθητες τις εκτελεστικές νομαρχιακές υπηρεσίες στο έργο τους, πολλαπλασίασε την ευθυνοφοβία των υπαλλήλων, μείωσε σημαντικά το κύρος των υπαλλήλων και αύξησε το έργο των κεντρικών υπηρεσιών προς τις οποίες πλέον απευθύνονταν οι εκτελεστικές υπηρεσίες για κάθε θέμα τις περισσότερες φορές χωρίς αιτία αλλά και αποτέλεσμα.